pg 18 7 26 206 result scaled

PhillGood: Ορθοστασία 8 ώρες για κλείσιμο με Einstürzende Neubauten, Suede, Moby και Thievery Corporation

Το νέο φεστιβάλ των Βαλκανίων απέδειξε και στην τελευταία του μέρα ότι ήρθε για να μείνει.

Διαβάστηκε φορες

Τρίτη μέρα στο PhillGood Festival και αυτήν τη φορά πιάσαμε το κάγκελο ήδη από τις 18:00, θέλοντας να αξιοποιήσουμε όσο γίνεται περισσότερο την παρουσία μας στην τελευταία μέρα αυτού του νέου συναυλιακού θεσμού.

Και μπορούμε να πούμε ότι δικαιωθήκαμε χάρη στην εμφάνιση των Son Lux, του πειραματικού post rock trio από τις ΗΠΑ. Ητανε, εξάλλου, μία από τις λίγες ευκαιρίες που θα είχαμε να τους δούμε, αφού η προηγούμενη φορά που είχαν βγει σε περιοδεία ήταν το 2023. 

Η εμφάνιση τους ήταν τεχνικά αρτιότατη, ιδίως στο ρυθμικό κομμάτι, υπό τον ντράμερ Ian Chang, γεμάτη ονειρικές, «απλωμένες» μελωδίες και ηχητικά παραξενίσματα. Κατά τη διάρκεια της εμφάνισης τους, ακούσαμε «σταθερές αξίες» όπως το “Easy”, αλλά και νέα κομμάτια, όπως το “Want You To Love”, από το επερχόμενο άλμπουμ τους “Out Into”.

Συνολικά, μία πολύ ευχάριστη εμφάνιση-έκπληξη, που ανέβασε ακόμα περισσότερο στα μάτια μας το φεστιβάλ, για την επιλογή του να δώσει χώρο και σε πιο «ανορθόδοξα» ονόματα.

Και μιας και μιλάμε για ανορθόδοξα, τη σκυτάλη πήραν αμέσως μετά οι… πατριάρχες του πειραματικού rock Einstürzende Neubauten. Το συγκρότημα από το Βερολίνο που λάνσαρε τον industrial ήχο με την κυριολεκτική έννοια, συνδυάζοντας κανονικά όργανα με οικοδομικά και βιομηχανικά υλικά, βρέθηκε μπροστά μας, με μία σκηνική παρουσία που κέντρισε την περιέργεια όλων από το πρώτο κομμάτι, το “Ten Grand Goldie” του 2020.

Ρυθμοί με μία αίσθηση πρωτόγονη, παράξενοι ήχοι, μπέρδεμα γερμανικών με αγγλικά, τσέχικα και ταγκάλογκ και… υψίφωνες στριγκλιές στο τέλος. Αυτές οι τελευταίες από τον Blixa Bargeld, τον ιδιόρρυθμο και σαγηνευτικό τραγουδιστή του συγκροτήματος, που έχει γράψει ιστορία στον εναλλακτικό ήχο, τόσο από αυτό το πόστο όσο και ως κιθαρίστας των Nick Cave & The Bad Seeds.

Μαζί του ο συνοδοιπόρος του σχεδόν 45 χρόνια τώρα, N.U. Unruh στα κρουστά (φτιαγμένα από βιομηχανικά αντικείμενα από τον ίδιο!) και οι νεότερες προσθήκες Rudolph Moser (ντραμς) και Jochen Arbeit (κιθάρα). Το μπάσο ανέλαβε η Josefine Lukschy, η οποία έχει αντικαταστήσει από τον Απρίλιο τον Alexander Hacke, και τα πλήκτρα ο Felix Gebhard.

Δυστυχώς ο χρόνος που είχαμε για να τους απολαύσουμε επί σκηνής ήταν αισθητά λιγότερος απ’ όσο στις δύο headline εμφανίσεις τους στη χώρα μας. Αυτό σημαίνει ότι δεν ακούσαμε τίποτα από τη δισκογραφία τους πριν το 2000, με τα πιο παλιά κομμάτια που μας χάρισαν να είναι τα “Die Befindlichkeit des Landes”,  “Sabrina” και “Sonnenbarke”.

Κατά τ’ άλλα, ακούσαμε τραγούδια όπως το “Ist Ist” από το προπέρσινό τους άλμπουμ “Rampen (apm: alien pop music)” το “Wedding” από το “Alles in Allem” και το “How Did I Die” από το “Lament”. Αυτό το τελευταίο το αφιέρωσε ο Blixa στον τρανς γιο του και στις υπαρξιακές ανησυχίες με τις οποίες τον έφερε σε επαφή η πατρότητα.

Πάντως, ό,τι προλάβαμε να ακούσουμε ήταν αρκετό για να μην πάρουμε τα βλέμματά μας από τη σκηνή. Βασική αιτία ήταν, φυσικά, ο ίδιος ο Bargeld. Επιβλητικός, μακρυμάλλης, ντυμένος με το κορακίσιο του κοστούμι με τις άσπρες κλωστές να κάνουν «νερά» στο σακάκι, με το ασημί γκλίτερ στις βλεφαρίδες του και τη γλαφυρή γλώσσα του σώματος, έδινε το απαραίτητο βάρος σε κάθε λέξη που ψέλλιζε, ενώ η υπόλοιπη μπάντα δημιουργούσε από πίσω μία πανδαισία καλλιτεχνικού θορύβου. Τα χειροποίητα κρουστά του Unruh, μεταξύ άλλων ένα… μακρύ ελατήριο, μερικοί σιδερένιοι σωλήνες και κάτι μεγάλοι δίσκοι κοπής με δοντάκια, δημιουργούσαν ένα πρωτόγνωρο σκηνικό.

Κάποια στιγμή, ενώ μιλούσε στον κόσμο, σταμάτησε. Γύρισε λίγο υπεροπτικά το κεφάλι προς το PhillRave Stage, απ’ όπου κατέφτανε ο απόηχος ενός DJ set, και κάπως διαμαρτυρήθηκε μισοαστεία-μισοσοβαρά για το ότι το φεστιβάλ είχε κλείσει κι άλλους καλλιτέχνες την ώρα των Einstürzende Neubauten!

Και ενώ ήμασταν ακόμα αποσβολωμένοι απο την… ειλικρίνεια του Bargeld αλλά και το μουσικό σύμπαν που μας χάρισαν για λίγο πάνω από μία ώρα, είχε έρθει η ώρα να δούμε και την… τέταρτη εξουσία της Britpop (μαζί με τους «αιώνιους» Blur-Oasis και τους Pulp): τους Suede.

Μία μπάντα που μεσουράνησε τη δεκαετία του ’90, «προσγειώθηκε» απότομα και διαλύθηκε τη δεκαετία του 2000, και πριν περίπου 10 χρόνια αναστήθηκε, χαρίζοντάς μας μια σειρά από πολύ καλές δουλειές, με πιο πρόσφατη το περσινό “Antidepressants”.

Κεντρική φιγούρα, φυσικά, ο τραγουδιστής της μπάντας Brett Anderson, ένας άνθρωπος βαθιά ποιητικός, ερωτικός, σεξουαλικός (τις προάλλες μία συνάδελφος μού διηγούνταν casually πώς η κολλητή της φασώθηκε μαζί του σε ένα live στη Θεσσαλονίκη το πάλαι ποτέ), ενίοτε αυτοκαταστροφικός. Μαζί του οι Mat Osman (μπάσο), Simon Gilbert (ντραμς), Richard Oakes (κιθάρα) και Neil Codling (πλήκτρα και κιθάρα).

Παρόλο που και το τραχύ δέρμα από το οποίο πήραν το όνομά τους οι Λονδρέζοι δανδήδες παραπέμπει σε κάτι πιο βαρύ και όχι και τόσο ανάλαφρο, η υπέροχη εμφάνισή τους κατάφερε να μας «δροσίσει» μέσα από το πάθος και το μελόδραμά της.

Come down and disintegrate with me”, μας προσκάλεσε ο Anderson στο πρώτο τραγούδι του setlist, με τους στίχους να εμφανίζονται στο video wall. Και αμέσως μετά μας χάρισε τους δύο πρώτους από τους κλασικούς «ύμνους» τους, το “Trash” και το “Animal Nitrate”.

Στα επόμενα αρκετά λεπτά –που ισοδυναμούσαν σχεδόν με headlining εμφάνιση– μας πήγαν ακόμα πιο πίσω, με τραγούδια όπως το “So Young”, το “The Drowners”, το “Filmstar”, το “Everything Will Flow” και το “The Wild Ones”. Από πρόσφατα κομμάτια ακούσαμε το “June Rain”, το “Personality Disorder”, το “She Still Leads Me On” και το “Dancing With The Europeans”.

Αυτό το τελευταίο τραγούδι το έγραψε ο Anderson για την ψυχική δύναμη που του χάρισε ο χορός του με το κοινό σε ένα φεστιβάλ όπου εμφανίστηκε στην Ισπανία. Και απ’ αυτό που είδαμε, καταλάβαμε το γιατί.

Δεν έχω δει άπειρες συναυλίες, αλλά πλέον δεν έχω δει και λίγες. Απ’ όσο μπορώ να θυμηθώ, δεν έχω πετύχει άλλο τραγουδιστή να κάνει τέτοια κατάθεση ψυχής πάνω στη σκηνή, να σωματικοποιεί απόλυτα όλο το πάθος και το δράμα με το οποίο «ντύνει» τους στίχους του.

Ντυμένος με ένα άσπρο λινό πουκάμισο που σχεδόν έλιωσε πάνω του από τον ιδρώτα, ο Brett κατέβηκε πολλές φορές κάτω στο κάγκελο και έπαιρνε παθιασμένες αγκαλιές τον κόσμο, χωρίς να χάνει νότα. Σε άλλες φάσεις, χοροπηδούσε ασταμάτητα ή σερνόταν στα πατώματα και σφιχταγκιάλιαζε τα monitor. Και συνέχεια, ούρλιαζε “Gimme your hands!”, καλώντας το κοινό σε ατέλειωτα παλαμάκια. Ένας παθιασμένος, χαρισματικός performer σε μεγάλη φόρμα, που προς το τέλος του live μάς εκμυστηρεύτηκε ότι ο λόγος που γουστάρουν να κάνουν όλο αυτό εδώ και 35 χρόνια είναι ακριβώς αυτή η στενή επαφή με τόσους διαφορετικούς ανθρώπους.

Για το τέλος, οι Suede μάς επεφύλασσαν το “Beautiful Ones”, που τους «έλουσε» με χιλιάδες “La la lalala la lala” από το κοινό, λίγο πριν υποκλιθούν και περάσουν στα παρασκήνια.

Και για τελευταία εμφάνιση στο Main Stage του PhillGood Festival υποδεχτήκαμε έναν ακόμα χαρισματικό μουσικό, επίσης με ροκ χαρακτήρα αλλά σε ηλεκτρονικό στυλ: τον Moby.

Ένα ασταμάτητο πάρτι για μιάμιση ώρα μάς χάρισε ο αμερικανός «μάγος» των samples που έκανε την ηλεκτρονική μουσική… ένα τσικ πιο δημοφιλή τη δεκαετία του ‘90. Μπόλικο φως και εντυπωσιακές εικόνες στο video wall, ένας κατάλογος με radio-friendly επιτυχίες που όλ@ αγαπάμε και ο ίδιος να πηγαινοέρχεται γεμάτος ενέργεια στη σκηνή, παίζοντας κιθάρα ή πλήκτρα και τραγουδώντας, πλαισιωμένος από μία ομάδα επαγγελματιών μουσικών.

Το “Play” του 1999, το άλμπουμ που έστειλε τη δημοφιλία του στη στρατόσφαιρα είχε, φυσικά, την τιμητική του, με πρώτο το “Bodyrock”, που μετέτρεψε το χώρο του φεστιβάλ σε ατέλειωτη πίστα. Όπως και το ομώνυμο ντεμπούτο του, από το οποίο μας χάρισε techno πινελιές με τα “Go” και “Next Is The E”.

Στην υπόλοιπη συναυλία δεν υπήρξε καθόλου χώρος για τη δισκογραφία του Moby από το 2009 και μετά. Αλλά αυτό δεν φάνηκε να ενοχλεί τον κόσμο, που βρισκόταν εκεί για τα μεγάλα hits. Και απ’ αυτά, υπήρχαν μπόλικα: “In This World”, “In My Heart”, “We Are All Made Of Stars”, “Why Does My Heart Feel So Bad?”, “Disco Lies”, “Flower” (σε medley με το “Find My Baby”), “Honey” και “Natural Blues”.

Όλα αυτά τα τραγούδια «σερβιρίστηκαν» με στρώσεις από επιπλέον samples, basslines, εφέ και φωνητικά, σε σημείο που, σε κάποιες περιπτώσεις, μέχρι να μπει το κυρίως σκέλος του κομματιού δεν μπορούσες να καταλάβεις ποιο είναι.

Σε αυτό το ηχητικό σύνολο, κάποια κομμάτια ήταν προ-ηχογραφημένα και κάποια τα ακούγαμε ζωντανά. Ανάμεσα σε αυτά κάποιες κιθαριστικές φράσεις από τον ίδιον τον Moby –ίσα-ίσα να μην ξεχάσει τις punk ρίζες του–, πλήκτρα και μπάσο από τον Jonathan Nesvadba, διάφορα «γεμίσματα» με τσέλο και βιολί από τις Andrea Whitt και Μaya Paredes, και φυσικά τα πολλά γυναικεία φωνητικά από τη Nadia Christine Duggin και την Ιndia Carney.

Όσο για τον ίδιο τον Moby, κρατάμε τα απανωτά “Thank you, thank you, thank you, thank you” μετά από σχεδόν κάθε τραγούδι, τον ξεκάθαρο σεβασμό στους συνεργάτες τους και την εμφανή ευγνωμοσύνη για τον κόσμο που τον προϋπάντησε κάτω από τη σκηνή εκείνο το βράδυ. Ένας αιώνιος μα κατασταλαγμένος πια έφηβος…

Το οπτικό υλικό που συνόδευε τα κομμάτια στο πίσω μέρος της σκηνής ήταν από μόνο του μία υπερ-παραγωγή. Κρατάμε: τις σκηνές με χαρούμενες αγελάδες και γουρουνάκια σε αγρούς στο “Why Does My Heart Feel So Bad”, που κατάφεραν πολύ καλά το σκοπό τους, δηλαδή να μας δημιουργήσουν σκέψεις –ενοχές, βασικά– γύρω από τη βιομηχανία κρέατος·  την κινηματογραφική αναφορά στον Jason Bourne στο “Extreme Ways” (στην «πειραγμένη» του εκδοχή μαζί με τον Armin Van Buuren)· και, φυσικά, στις φωτεινές, ευφορικές εικόνες του “Porcelain”, με το οποίο ξεκίνησε το encore της συναυλίας, ακολουθούμενες από την ευθεία αναφορά στα τεκταινόμενα στις ΗΠΑ επί προεδρίας Τραμπ στο “Lift Me Up”.

Και το κλείσιμο της βραδιάς ήρθε με το “Feeling So Real” από το “Everything Is Wrong” του 1995, με το οποίο το Main Stage μετατράπηκε σε rave party (κλέβοντας τη δόξα από το διπλανό rave stage!).

Κάπως έτσι, λίγο μετά τα μεσάνυχτα, οι θεατές πήραν το δρόμο για την έξοδο. Όλοι; Όχι, αφού στο PhillCool stage είχαν ήδη ανέβει οι Thievery Corporation.

Για αυτό το τόσο αγαπημένο στο ελληνικό κοινό ντουέτο από την Ουάσινγκτον γράψαμε πρόσφατα και με αφορμή την εμφάνισή τους στο Release Athens. Με επικεφαλής τον Rob Gazra (ο έτερος… Καππαδόκης Eric Hilton δεν συμμετέχει στις ζωντανές εμφανίσεις) και μία πληθώρα ταλαντούχων μουσικών επί σκηνής, μας χάρισαν ένα πολύ όμορφο σβήσιμο με καλοκαιρινά και εξωτικά vibes. Τα γύρω κιόσκια με τα φαγητά και τα ποτά γέμισαν κόσμο και μπροστά από τη σκηνή έβλεπες ένα σύννεφο χώματος να σηκώνεται από το ποδοβολητό.

Frank Orrall (κρουστά), Jeff Franca (ντραμς), Rob Myers (κιθάρα, σιτάρ), Dan Africano (μπάσο) γέμισαν τη σκηνή απ’ άκρη, μαζί με τους ερμηνευτές Mr Lif, Puma Ptah και Laura Vall και βεβαίως τον ίδιο τον Garza.

Amerimacka”, “Lebanese Blonde”, “Warning Shots”, “The State Of The Union”, “Liberation Front”, “All That We Perceive” και “Sweet Tides” είναι μερικά μόνο από τα τραγούδια που ακούσαμε, σε ένα χορταστικό αφιέρωμα στα 30 χρόνια πορείας των Thievery Corporation.

Το πώς είναι μία συναυλία τους μάλλον θα το ξέρετε, αν κατοικείτε στην Ελλάδα και πηγαίνετε γενικά σε συναυλίες. Το θεωρώ απίθανο να μην τους έχετε πετύχει σε κάποια από τις πάμπολλες εμφανίσεις τους εδώ. Όπως και να έχει, να πούμε ότι απολαύσαμε μία παρέα μουσικών με μεράκι και εκφραστικότητα, να επικοινωνεί διαρκώς με το κοινό και να προσφέρει ένα dub, reggae και electronica μουσικό υβρίδιο κάτω από τον έναστρο ουρανό.

Στις 2 παρά μετά τα μεσάνυχτα, με το “The Richest Man In Babylon” μάς καληνύχτισαν, ρίχνοντας και αυλαία στο PhillGood Festival. Αυτήν τη φορά, πήραμε οριστικά το δρόμο προς την έξοδο, τρεκλίζοντας μετά από οχτώ ώρες ορθοστασία αλλά και με πολύ καλή διάθεση. Το νέο φεστιβάλ των Βαλκανίων είχε υποσχεθεί ακριβώς αυτό που υποσχόταν το όνομα του. Θα το ξανατιμήσουμε!


*Οι φωτογραφίες ανήκουν στο PhillGood Festival και τους φωτογράφους Georgi Angelov, Iliyan Ruzhin και Orlin Nikolov.

Διαβάστε ακόμα