Δύο χρόνια και έναν μήνα μετά την καταιγιστική εμφάνιση των The Offspring στο Release Athens, να ‘μαι πάλι στην Πλατεία Νερού για ένα ευχάριστο συναυλιακό… ντεζαβού. Αυτήν τη φορά με το πολύ μεγάλο δέλεαρ των Bad Religion, που ακολουθώ χρόνια αλλά δεν είχα ποτέ την ευκαιρία να δω ζωντανά. Το ίδιο πρέπει να σκέφτηκαν και οι μερικές εκατοντάδες που κατέβηκαν με εκδρομικό μαζί μου από τη βόρεια Ελλάδα, κάνοντας 1.000 χιλιόμετρα σε ένα 24ωρο, αλλά και πολλοί από τους υπόλοιπους 20.000 ανθρώπους που κατέκλυσαν το αγαπημένο spot στο Φάληρο –πιθανότατα και για τελευταία φορά, αφού από του χρόνου το φεστιβάλ θα μεταφερθεί σε νέο χώρο.
Καθώς έμπαινα, λίγο μετά τις 18:00, στην Πλατεία Νερού, αντικρίζοντας τα μεγάλα banner για τα 10 χρόνια του φεστιβάλ, έπιασα τον εαυτό μου να σκέφτεται όλα τα ονόματα που έχει δει σε αυτόν το χώρο, με τον οποίο, ως Θεσσαλονικιό, δεν με συνδέει τίποτα άλλο. Κι όμως, να που έφτασα να τον νιώθω απόλυτα «δικό μου»…
Αυτή η νοσταλγική διάθεση δεν έμελλε να κρατήσει για πολύ, αφού ένα τέταρτο πριν τις 19:00 τη θέση τους στη σκηνή πήραν οι Λονδρέζοι High Vis και, χωρίς πολλά-πολλά, μας έμπασαν στο θορυβώδες μουσικό τους σύμπαν, με το τραγούδι “Drop Me Out”.
H πεντάδα των Graham Sayle (φωνή), Rob Hammeren (φωνή), Edward "Ski" Harper (ντραμς), Martin MacNamara (κιθάρα) και Jack Muncaster (μπάσο) μας χάρισε συνολικά εννέα κομμάτια από τα τρία της άλμπουμ, “Blending”, “No Sense No Feeling” και “Guided Tour”, σε ένα 45λεπτο που συνδύαζε post-punk και hardcore με «πινελιές» από το κίνημα Madchester στα τέλη της δεκαετίας του ‘80.

Στο επίκεντρο της εμφάνισης βρέθηκε αναμενόμενα ο Graham, που αλώνιζε τη σκηνή χορεύοντας σπασμωδικά ενώ κραύγαζε τους στίχους στο μικρόφωνo. Η κλασική καλοκαιρινή ζέστη που αντιμετωπίζουν όλα τα support σχήματα στην Πλατεία Νερού τον έκανε κάποια στιγμή να βγάλει την μπλούζα του και με την τόσο χαρακτηριστική λονδρέζικη προφορά του να σχολιάσει το πόσο “f***ing hot” είναι ο καιρός και πόσο “f**ing amazing” είναι που ήμασταν εκείνη την ώρα μαζί τους. Λίγο αργότερα, με αφορμή το κομμάτι “Mind’s A Lie” μίλησε για τους «δαίμονες» με τους οποίους η ψυχή και το πνεύμα του πάλεψαν σκληρά.
Συνολικά, οι High Vis μάς χάρισαν μία εμφάνιση γεμάτη τσαγανό και πάθος, που όμως «χάθηκε» λίγο μέσα στη ζέστη και την απεραντοσύνη του συναυλιακού χώρου. Σε έναν κλειστό χώρο, με τη σκηνή πιο χαμηλά προς το pit, η μουσική τους θα ακουγόταν με άλλο «βάρος», δημιουργώντας και το αντίστοιχο δέσιμο με το κοινό. Ας ελπίσουμε να τους απολαύσουμε σύντομα ξανά στη χώρα μας, σε τέτοιο πλαίσιο.

Αφού οι Λονδρέζοι μάς αποχαιρέτησαν, λοιπόν, με το “Trauma Bonds”, πιάσαμε… στασίδι για την εμφάνιση των θρύλων του πανκ από το Λος Άντζελες. Ο κόσμος άρχισε να πυκνώνει και να φαίνεται όλο πιο ανυπόμονος. Πολλοί, μάλιστα, παραδέχονταν ότι ήρθαν πρωτίστως για τους Bad Religion και όχι για τους Offspring.
Με απόλυτη ακρίβεια, λοιπόν, στις 20:00 ο τραγουδιστής Greg Graffin και η παρέα του μάς καλωσόρισαν σε αυτό που για την επόμενη μία ώρα περίπου θα εξελισσόταν στην απόλυτη punk ρετροσπεκτίβα. Ξεκίνησαν δυναμικά με το “Recipe For Hate” από το ομώνυμο άλμπουμ τους του 1993 και συνέχισαν με τα “Them And Us”, “Los Angeles Is Burning” και “Do What You Want”, πριν φτάσουν σε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα τραγούδια τους, το “21st Century (Digital Boy)”. Κάπως έτσι, μέσα στις πρώτες… κλωτσοπατινάδες της βραδιάς, χιλιάδες άνθρωποι όλων των ηλικιών τραγουδούσαν ενωμένοι αυτόν τον προφητικό rock ύμνο. Και όταν λέμε «όλων των ηλικιών», το εννοούμε. Κοιτώντας γύρω σου, μπορούσες να δεις άπειρους εφήβους να φωνάζουν κάθε μα κάθε στίχο με όλη τους τη δύναμη, ως άξιοι συνεχιστές των ακμαίων μελών της Gen-X που υπήρχαν δίπλα τους και που σίγουρα βρέθηκαν επίσης στην ίδια θέση κάποτε.

Όσο για τον Greg Graffin, τι να πει κανείς; Πραγματικά, τα ράσα δεν κάνουν τον παπά! Με ένα look που θύμιζε περισσότερο μονόχνωτο καθηγητή παρά τραγουδιστή hardcore punk μπάντας (κάπου εδώ, ας θυμηθούμε και τη σημαντική του ακαδημαϊκή πορεία), οδήγησε σε παροξυσμό το κοινό, μέσα σε ατέλειωτα sing-alongs, moshpits και… καπνογόνα. Ο ίδιος αρκούνταν στο να μας κοιτά χαμογελώντας και να κουνάει ρυθμικά το κεφάλι του, ενώ η υπόλοιπη μπάντα από δίπλα του μοίραζε punk μελωδίες με ρυθμό οπλοπολυβόλου.

Δυστυχώς έλειψε από το πλευρό του ο έτερος συνθέτης της μπάντας, ο κιθαρίστας Brett Gurewitz, που δεν εμφανίζεται στα live, όμως τη θέση του πήρε ο Brian Baker, και μαζί με την «παλιοσειρά» Jay Bentley (μπάσο) και τον Jamie Miller (ντραμς) πλαισίωσαν άψογα τον Graffin.
Όσον αφορά το setlist, πραγματικά άγγιξε σχεδόν κάθε πτυχή της μουσικής τους. Από το “Fuck Armageddon… This Is Hell” του 1982 (“A song older than the Acropolis!” το χαρακτήρισε χαριτολογώντας ο Greg) μέχρι το “End Of History” από το πιο πρόσφατο άλμπουμ τους, το soundtrack ολόκληρων γενιών πέρασε από μπροστά μας: “The Streets Of America”, “I Want To Conquer The World”, “You”, “Punk Rock Song” “Atomic Garden”, “Struck A Nerve”, “Infected”, “Sorrow” και, για κλείσιμο, το “American Jesus”, την πεμπτουσία της κοσμοθεωρίας αυτής της μπάντας, της τόσο σημαντικής για το punk σαν μουσική αλλά και σαν κίνημα.

Είχε έρθει η ώρα και των Offspring, σε ένα κλείσιμο εξίσου ξεσηκωτικό αλλά σίγουρα πιο pop και ανάλαφρο. Εξίσου επιδραστικοί και αυτοί στο ευρύτερο είδος (και ας εκνευρίζει αυτό τους πιο «σκληροπυρηνικούς»), ήμασταν βέβαιοι ότι θα μας χάριζαν ένα έντονο πάρτι.
Dexter Holland και Noodles, τα δύο ιδρυτικά μέλη της μπάντας, εμφανίστηκαν μέσα σε ένα υποβλητικό σκηνικό εμπνευσμένο από το τελευταίο άλμπουμ της μπάντας, το “Supercharged”, μαζί με τον Jonah Nimoy (μπάσο) και τον Brandon Pertzborn (ντραμς). Και με την τόσο χαρακτηριστική εισαγωγή του “Come Out And Play”, το ντεζαβού ξεκίνησε…

Στο “All I Want” κόντεψα να ποδοπατηθώ, ακριβώς όπως το 2024. Στο “Want You Bad”, το “Staring At The Sun”, το “Why Don’t You Get A Job” ξελαρυγγιαστήκαμε, σαν τότε. Στο “Hammerhead” και το “Gotta Get Away” το ξυλίκι και το crowdsurfing έδιναν και έπαιρναν, σαν να μην πέρασε μια μέρα. Και ανάμεσα σε όλα αυτά, ο Dexter και ο Noodles επιδίδονταν σε διαλόγους μεταξύ τους για το πόσο καλό κοινό είμαστε, κάτι που δημιούργησε μία αίσθηση «κοιλιάς» στη συναυλία, επίσης όπως το 2024.
“This is the best gathering of humans ever!”, αναφώνησε ο Noodles, και αν και είμαστε σίγουροι ότι… τέτοια λένε σ’ όλους, φροντίσαμε να το ανταποδώσουμε με ακόμα περισσότερη ενέργεια.

Στη δεύτερη αυτή εμφάνιση οι Offspring μάς επεφύλασσαν και κάποια «δώρα». Το πρώτο ήταν η επιστροφή στις πολύ αρχές τους με το “Burn It Up”, που δεν είχε να ακουστεί σε live οχτώ χρόνια Το δεύτερο ήταν η φιλοξενία στη σκηνή μίας κοπέλας που ντύθηκε όπως ο wannabe ράπερ από το “Pretty Fly For A White Guy”. Το τρίτο ήταν ένα σερί από διασκευές, που λειτούργησαν σαν fillers της συναυλίας και παιχνίδι με το κοινό. Σε κάποιους άρεσαν, αρκετοί δυσανασχέτησαν, όμως είχαν τη φάση τους. Ιδίως ο παγκόσμιος διαγωνισμός για το… μεγαλύτερο moshpit σε διασκευή του “Love Story” της Taylor Swift. Ο ανταγωνισμός μεγάλος, αφού το ανάλογο “happening” κάνει το συγκρότημα σε όλες του τις εμφανίσεις, αλλά σίγουρα την… ιδρώσαμε τη φανέλα!
Με τούτα και με κείνα, ξεπεράσαμε τη μία ώρα –στην οποία είχαν αρκεστεί οι Offspring στην προπέρσινη εμφάνισή τους. Με το “The Kids Aren’t Alright” έγινε ο αναμενόμενος πανικός στην αρένα και έκλεισε το κυρίως μέρος της συναυλίας. Στο encore μπήκαν με μουσικό χαλί το “Lullaby”, μαζί με μία διασκευή στο “Seven Nation Army” –που κατέληξε σε αναβίωση ενός γνωστού πολιτικού/υβριστικού συνθήματος κατά του Κυριάκου Μητσοτάκη από το 2021, ενώ η μπάντα προσπαθούσε να καταλάβει τι έλεγε το κοινό! Oh well…

Και το ντεζαβού ολοκληρώθηκε ακριβώς όπως δύο χρόνια, με μια τελευταία έκρηξη ενέργειας από 20.000 κόσμου στο “Self Esteem”. Το τραγούδι που τους καθιέρωσε, από το άλμπουμ που τους καθιέρωσε, για ακόμα μία φορά παιγμένο ζωντανά για εμάς. Η διαγενεακότητα του punk για ακόμα μία φορά να ζωντανεύει παντού τριγύρω.
Τρεκλίζοντας, με κλειστό λαιμό και μπλούζα ποτισμένη από χυμένες μπίρες και ιδρώτα, έριξα μια ματιά στην άδεια πια σκηνή και πήρα το δρόμο της επιστροφής, όντας σίγουρος ότι αποχαιρέτησα έναν από τους αγαπημένους μου ανοιχτούς συναυλιακούς χώρους όπως του άξιζε. Και στα επόμενα!

Οι φωτογραφίες παραχωρήθηκαν από το Release Athens Festival.