Εδώ και τρεις δεκαετίες, ο Drew Daniel και ο M.C. Schmidt εξερευνούν τον ήχο και επαναπροσδιορίζουν τα όριά του, χρησιμοποιώντας θραύσματα της καθημερινότητας, από πλαστικά σκουπίδια μέχρι παιδικά παιχνίδια και από παντός είδους κατασκευές και μηχανές, όπως πλυντήρια ρούχων, μέχρι σαλιγκάρια που ελέγχουν το τονικό ύψος ενός φωτοευαίσθητου theremin! Όλα περνούν μέσα από το εργαστήριό τους και επιστρέφουν ως μουσική. Στην πρόσφατη αθηναϊκή τους εμφάνιση στο ΠΛΥΦΑ, αυτό το εργαστήριο είχε ως βασική πρώτη ύλη το μέταλλο: όχι ως industrial κλισέ, αλλά ως ζωντανή, εύθραυστη και κωμική ύλη.
Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι οι Matmos παραμένουν μία πραγματικά live μπάντα για τα δεδομένα της ηλεκτρονικής μουσικής. Ο Schmidt δημιουργούσε ήχους μπροστά μας, αλληλεπιδρώντας με μεταλλικές κατασκευές και αντικείμενα, ενώ ο Daniel τους τεμάχιζε, τους ανασυνέθετε και τους έσπρωχνε σε ρυθμικές ή φασματικές μεταμορφώσεις στο Ableton Live. Αρκετοί από εμάς είχαμε την τύχη να βρισκόμαστε μόλις λίγα βήματα μακριά από τους δύο δημιουργούς και να παρακολουθούμε από κοντά τον τρόπο με τον οποίο οικοδομούσαν τον ήχο τους. Για όποιον είναι εξοικειωμένος με το Ableton, ήταν σχετικά εύκολο να διαβάσει όσα διαδραματίζονταν στην οθόνη του υπολογιστή, με τα περισσότερα στοιχεία που χρησιμοποιούσαν να είναι γνώριμα (π.χ. EQs, κομπρέσορες και το Granulator III στο επίκεντρο), μαζί με κάποιες custom (M4L) συσκευές, μάλλον για την καταγραφή των ήχων και την αυτόματη τροφοδότηση του υπόλοιπου συστήματος. Παράλληλα, υπήρχε και ένα δεύτερο, προετοιμασμένο session, με ήδη οργανωμένο υλικό. Το αποτέλεσμα ήταν ένας συνεχής διάλογος ανάμεσα στο χειροποίητο, το άμεσο, το απρόβλεπτο και το προσχεδιασμένο.

Στην ουσία, η πρακτική δεν απέχει πολύ από τη μεθοδολογία που συναντά κανείς συχνά σε συναυλίες live electronics: ζωντανή επεξεργασία ήχου, προηχογραφημένο υλικό, αυτοσχεδιασμός μέσα σε ένα ελεγχόμενο σύστημα. Η διαφορά είναι ότι οι Matmos το κάνουν με στυλ και χωρίς τη σοβαροφάνεια που συνδέεται με το είδος. Εκεί όπου οι ιστορικοί πρόγονοι, όπως οι Stockhausen, Xenakis και Varèse, έστησαν τα μνημεία του ήχου, οι Matmos κρατούν την ίδια περιέργεια, αλλά της προσθέτουν χιούμορ, pop ευφυΐα και μια ανάλαφρη dance διάθεση.
Άλλη μία ιδιαιτερότητα της συναυλίας ήταν η φωταγώγηση, με μία δέσμη φωτός, των αντικειμένων που αποτελούσαν τις πηγές ήχου. Η ηχητική εμπειρία αποκτούσε μία οπτικοακουστική διάσταση με μία μέθοδο τόσο απλή, όσο απλή φαίνεται να είναι η παραγωγή της μουσικής τους σε ένα πρώτο επίπεδο.
Ο Schmidt, όπως πάντα, μιλούσε με το κοινό, σχολίαζε, αστειευόταν. Χαρακτήρισε τη μουσική τους στο τελευταίο μέρος ως «χορευτική μουσική για αυτούς που κάθονται».
Κάποια στιγμή αναφέρθηκαν και σε ένα viral βίντεο του YouTube που εξηγεί πως η «αναρχική γειτονιά» της Αθήνας —δηλαδή τα Εξάρχεια— δεν είναι σε κάποιο μακρινό μέρος έξω από την Αθήνα, αλλά μέσα στο ίδιο της το ιστορικό κέντρο· ένα σχόλιο που ταίριαζε απόλυτα με τη δική τους μουσική φιλοσοφία: το «αλλόκοτο» δεν βρίσκεται στην περιφέρεια, αλλά στον ίδιο τον πυρήνα της μουσικής τους.

*Να σημειωθεί ότι το πρόγραμμα άνοιξε ο Jay Glass Dubs, ο οποίος χρησιμοποίησε dub τεχνικές (όπως φιλτραρισμένο feedback delay, που δημιουργεί αυτή την αίσθηση της επανάληψης που φθίνει), με μία πιο αφηρημένη και κατακερματισμένη αισθητική και τεχνοτροπία, ενσωματώνοντας και αναμιγνύοντας τεχνικές και από τους δύο κόσμους, της dub σκηνής και του sound design. Δεν είμαι σίγουρος αν ήταν το ιδανικό live set για άνοιγμα των Matmos —δεδομένου ότι η live electronics σκηνή είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένη στην Αθήνα— αλλά σίγουρα το παρακολούθησα με ενδιαφέρον.