PRESS PHOTO BY DAVID J

French Fry: Το alter ego που γεννήθηκε για να φωνάζει όσα ο Θάνος κρατούσε μέσα ου

Πόσες φορές μες στη μέρα εύχεται ένας νέος μουσικός να μπορούσε να τα παρατήσει όλα για να ακολουθήσει το όνειρό του;

Διαβάστηκε φορες

Είσαι στη δουλειά μετά από ένα ακόμα πρακτικά ανούσιο meeting –ή μετά από μία άχαρη αγγαρεία... ή μετά από μία passive-aggressive επίπληξη από κάποιο ανώτερο στέλεχος... ή μετά από την εξυπηρέτηση ενός πελάτη που δεν ξέρει τι θέλει... ή...

Τέλος πάντων, κατάλαβες.

Ο French Fry (κατά κόσμον Θάνος Γάλλος) είπε να κυκλοφορήσει ένα άλμπουμ που ίσως θελήσεις να ακούσεις δυνατά στα ακουστικά σου, για να ξορκίσεις το κακό. "Quit Your Job!", λοιπόν, στην πρώτη ολοκληρωμένη δισκογραφική δουλειά του Αθηναίου μουσικού που συνδυάζει την οργή των Idles με την κιθαριστική post-punk των Fontaines DC και τα chill vibes του Mac DeMarco.

Μην νομίζετε, πάντως. Κι ο Θάνος τα γράφει και τα τραγουδάει (ενίοτε τα φωνάζει) για να τα ακούει κι ο ίδιος. Όμως, όπως λέει, 40 λεπτά στο stage φτάνουν για να ξεχάσει 40 ώρες δουλειάς, και κάπως έτσι στανιάρει. Και πώς αλλιώς; Αφού επί σκηνής μπορείς να τον δεις να αναπαριστά το περιεχόμενο των κομματιών του με μικρές θεατράλε solo performance, ενώ παράλληλα χαρίζει απλόχερα παθιασμένες μελωδίες με την κιθάρα, τα πεταλάκια και τα samples του.

Αλλά αρκετά είπα εγώ. Ας τον αφήσουμε να τα πει αυτός καλύτερα.

MixGrill: Μεγάλωσες σε μία οικογένεια με μουσικούς διαφορετικών ειδών, ξεκινώντας να παίζεις κιθάρα από τα 7 σου. Έχεις σκεφτεί ποτέ ποια θα ήταν η εξέλιξή σου ως μουσικού, αν δεν υπήρχε αυτό το οικογενειακό background; Θα έφτανες στο σημείο που είσαι σήμερα, απλώς από άλλο δρόμο;

French Fry: Δεν νομίζω. Ίσως σε ένα παράλληλο σύμπαν όπου δεν θα υπήρχε η μουσική στην ζωή μου να ήμουν αστροναύτης. Παρόλα αυτά, μπορεί να ήθελα να παρατήσω τη δουλειά μου σε όλα τα πιθανά timelines. Για αυτό μπορώ να είμαι σίγουρος!

M.G.: Έχεις σπουδάσει jazz performance, όμως η μουσική σου κινείται στον χώρο του indie rock και του post-punk. Ποια στοιχεία της jazz κουβαλάς ακόμη στον τρόπο που γράφεις ή παίζεις μουσική;

F.F.: Αυτό που κρατάω σίγουρα είναι η ευελιξία που μου έχουν δώσει οι σπουδές μου στην jazz. Όσον αφορά την γλώσσα και το phrasing, τα κρατάω στην άκρη για την ώρα. Είμαι στη φάση που θέλω να παίζω μια συγχορδία μέχρι να σπάσουν οι χορδές και ο ενισχυτής, όχι να παίζω 100 κλίμακες το λεπτό.

M.G.: Δεδομένου ότι έχεις παίξει και στο δρόμο, σε ποιο βαθμό η παρουσία σου εκεί λειτουργεί και σαν κοινωνική παρατήρηση, η οποία μετουσιώνεται έπειτα σε τραγούδια;

F.F.: Το busking για μένα ήταν ξεκάθαρα για να παίζω με τους φίλους μου και να πίνουμε καμία μπύρα μετά από τα λεφτά που βγάζαμε. Είχε μια αμεσότητα, ωστόσο, μιας και γνωρίζαμε καινούριο κόσμο μέσα από αυτό, οπότε ναι, ίσως κάτι ενδόμυχα να με έκανε να διαπιστώσω ότι με τη μουσική μπορώ να έχω ένα σημαντικό αβαντάζ στο να κάνω γνωριμίες, μιας και είμαι λίγο κλειστός σαν άνθρωπος. Therefore, ο French Fry έχει την ικανότητα να είναι το social butterfly που χρειαζόμουν.

M.G.: Στα μέχρι στιγμής live σου εμφανίζεσαι μόνος με τη χρήση live looping και drum machines, αλλά και ενσωματώνοντας θεατρικά στοιχεία με βάση το περιεχόμενο των κομματιών σου. Ποιες δημιουργικές προκλήσεις αλλά και ποια πλεονεκτήματα σού παρέχει το να σηκώνεις το βάρος μιας τέτοιας ζωντανής performance μόνος;

F.F.: Το challenge στο solo performance για μένα είναι το πώς θα φτιάξω ένα ολοκληρωμένο live. Σκέφτομαι και οργανώνω τα σημεία που θα θέλω να χορέψω παραπάνω, οπότε θα βάλω περισσότερα προηχογραφημένα tracks, ενώ σε άλλα σημεία του set μπορεί να θέλω να κάνω ένα jam με το sampler και το focus να στραφεί στη μουσική την ίδια. Ταυτόχρονα, θέλω να τα ενσωματώνω όλα αυτά τα elements στο vibe του δίσκου, ίσως με κάποιο performance, μιας και κάποια κομμάτια ("9-5" και "Pain") δεν προορίζονται για παίξιμο. Είναι πολλά πράγματα που πρέπει να σκεφτεί κανείς, αλλά όταν γίνονται, νιώθω πολύ άνετα κατά την διάρκεια του set. Ωστόσο, ομολογώ ότι με μπάντα είναι πολύ πιο fun εμπειρία, γιατί μου αρέσει να μοιράζομαι το moment αυτό με τους φίλους μου.

M.G.: Στα βιντεοκλίπ σου υιοθετείς ένα έντονο, αναπολογητικό ύφος. Απ’ την άλλη, σε κομμάτια όπως το “Strange Mirror” βλέπουμε μία πιο εύθραυστη πλευρά, κάπως πιο ανασφαλή. Είναι η χαοτική ταυτότητα του French Fry και ένας τρόπος για να ξορκίσεις τους φόβους και τα «πισωγυρίσματα» του Θάνου;

F.F.: Ωραία παρατήρηση. Στο μυαλό μου σκέφτομαι τον French Fry ως μεγάλο μου αδερφό. Το cool kid που πάντα ήθελα να γίνω. Αυτόν που θα του αποκαλύπτω τις ανασφάλειές μου και θα τις κάνει τραγούδια. Ο French Fry, όμως, έχει την δική του ταυτότητα και τα δικά του χαρακτηριστικά. Είναι rebel και απροσάρμοστος. Θέλει να είναι ελεύθερος και το αναζητά συνεχώς. Γι’ αυτό και υπάρχουν τόσο μεγάλες διαφορές στα κομμάτια αυτά. Κάποια είναι εξωστρεφή ενώ κάποια άλλα είναι πιο εσωστρεφή. Το μόνο σίγουρο είναι ότι όλα τα φωνάζω στα live, “ξορκίζοντας” έτσι τους φόβους και τις ανασφάλειές μου.

M.G.: Τι… φάση με το ροζ γορίλα και τις μαρμελάδες που βλέπουμε να «πρωταγωνιστούν» στην αισθητική σου ταυτότητα;

F.F.: Ο γορίλας δίνει στη γενικότερη αισθητική το στοιχείο του “jester”. Αυτόν που θα δεις στον δρόμο και θα χρειαστεί να κοιτάξεις και δεύτερη φορά για να σιγουρευτείς ότι βλέπεις καλά. Η μαρμελάδα έρχεται σε κομβικά σημεία της ιστορίας. Στο "Apple Pie" έχουμε ένα ουτοπικό σενάριο εκτός της πραγματικής ζωής, όπου βλέπουμε ένα ίχνος της να βγαίνει από ένα αυτί, ενώ όταν έρχεται το "Black Whole" βρισκόμαστε κάπου ενδιάμεσα. Η μαρμελάδα που έρχεται «ουρανοκατέβατα» είναι το turning point της ιστορίας. Το glitch στο matrix που θα έλεγε κανείς. Αυτό το pattern interruption μάς οδηγεί στο τελικό σημείο της ιστορίας αυτής, όπου παίρνουμε την απόφαση που μας δυσκολεύει. Είτε αυτό είναι το να παρατήσεις την δουλειά σου, είτε γενικότερα να αντιμετωπίσεις τους φόβους σου και ό,τι σε κρατά σε αυτόν τον λήθαργο της μιζέριας.

M.G.: Μίλησέ μας για το ντεμπούτο σου “Quit Your Job”. Πώς έφτασες στη δημιουργία σου; Τι συμβολίζει για σένα, ως καλλιτέχνη, αυτό το πρώτο milestone, το να φτάσεις στη δημιουργία του πρώτου σου προσωπικού άλμπουμ;

F.F.: Αρχικά, θέλω να πω ότι αυτό το άλμπουμ πέρασε 40 κύματα μέχρι να φτάσει σε αυτό το σημείο και χωρίς την βοήθεια του Aki Rei και του Βασίλη Νησσόπουλου δεν θα μπορούσα να το είχα κάνει τόσο όμορφο. Ήταν σίγουρα μάθημα ζωής η δημιουργία αυτού του δίσκου. Έμαθα πολλά πράγματα τόσο ως καλλιτέχνης όσο και ως άνθρωπος. Το πιο σημαντικό για μένα είναι το ότι κατάφερα να ελέγξω τη συνεχή μου επιθυμία να κάνω τα πάντα. Θέλω να κάνω πολλά είδη και έτσι γράφω. Παρορμητικά. Γι’ αυτό και κάποια τραγούδια έχουν αισθητή απόκλιση μεταξύ τους. Και έτσι, προκειμένου να υπάρξει αυτή η πρώτη ολοκληρωμένη δουλειά έπρεπε να διαμορφώσω το vision μου και να βρω την αισθητική που με εκπροσωπεί σε αυτή τη φάση της ζωής μου. Και θέλω να πιστεύω ότι το κατάφερα.

M.G.: Πόσο συχνά ακούει ένας ανεξάρτητος μουσικός στην Ελλάδα μια φωνούλα μέσα του να του λέει “Quit your job, you fu**ing moron!” και πόσες φορές… το ξανασκέφτεται, ακριβώς για να μπορεί να χρηματοδοτεί αυτό που τον ευχαριστεί, το να φτιάχνει μουσική;

F.F.: Μπορεί και 30 φορές την ημέρα! Είναι πολύ δύσκολο αυτό το inner struggle σε έναν καλλιτέχνη, γιατί τα λεφτά αφαιρούν χρόνο από τη δημιουργία και η δημιουργία από μόνη της δεν φέρνει λεφτά (όχι ακόμα τουλάχιστον. Θέλω να είμαι αισιόδοξος). Αλλά νομίζω ότι όσο βρίσκει κανείς νόημα σε αυτό τόσο μπορεί και συνεχίζει. Για μένα 40 λεπτά στο πατάρι μπορούν να αντισταθμίσουν 40 ώρες εργασίας την εβδομάδα. Αλλιώς, αν δεν δημιουργούσα, νιώθω ότι απλά θα μετρούσα τις μέρες μέχρι να φύγω από αυτόν τον κόσμο. Και αυτό με φοβίζει περισσότερο από όλα.

M.G.: “I know I’m only 23 but I just feel like 30”: Αυτός ο στίχος συνοψίζει, νομίζω, το βίωμα μίας ολόκληρης γενιάς, που νιώθει ότι ήδη από τα 30 «είσαι μεγάλος» αλλά και στα 23 δεν αισθάνεσαι όσο «νέος» θα έπρεπε. Ποιες προσδοκίες είχες ή έχεις για αυτήν τη φάση της ζωής σου, που «κουκουλώθηκαν» από μία ομολογουμένως πνιγηρή πραγματικότητα; Και τι τελικά είναι «νιότη» για σένα;

F.F.: Στα 23 μου όταν έγραψα αυτόν τον στίχο είχα πολλά να περιμένω, αλλά νομίζω ότι έκανα ό,τι χρειαζόταν για να νιώθω καλά με τον 25χρονο εαυτό μου τώρα. Σίγουρα, όμως, ακόμα κυνηγάω τη “νιότη” αυτή που λες. Για μένα, νιότη είναι κάτι πολύ απλό. Ένα καλοκαίρι που να κρατάει από 15 Ιουνίου έως 11 Σεπτεμβρίου. Παρεμπιπτόντως, πλέον θεωρώ ότι στα 30 μου θα είμαι πολύ καλύτερα από τα 23 μου! 

M.G.: Υπάρχει κάτι που θα ήθελες να δοκιμάσεις στο μέλλον και δεν έχεις ακόμη τολμήσει; Ένα διαφορετικό μουσικό ύφος, μια συνεργασία ή ίσως ένα εντελώς διαφορετικό project;

F.F.: Δεν έχω μεγαλύτερο όνειρο από το να ξαναγυρίσει στην μόδα το pop punk και να φτιάξω μπάντα σαν τους Blink-182! Αυτό θα είναι πάντα το κάλεσμά μου!

Tags