the cure plovdiv (2)

The Cure στη Φιλιππούπολη: Μια διαφορετική οπτική

Σκέψεις με αφορμή μία μαγευτική βραδιά, που έκλεισε μέσα της 40 χρόνια προσωπικών βιωμάτων.

Διαβάστηκε φορες

Έχοντας τη μεγάλη τύχη να είμαι παρών στην πραγματικά μεγαλειώδη εμφάνιση των The Cure στη Φιλιππούπολη (Plovdiv) της Βουλγαρίας, στα πλαίσια του νεότευκτου φεστιβάλ της πόλης με την πολύ έξυπνη ονομασία PhillGood (ένα πολύ έξυπνο παιχνίδισμα με το όνομα της πόλης), μου δημιουργήθηκαν πολλές και διαφορετικές σκέψεις και αναμνήσεις, που ξεδιπλώνονταν στο μυαλό μου όσο το ένα τραγούδι έδινε τη θέση του στο επόμενο, σε μια setlist που εμένα προσωπικά με άφησε πάρα πολύ ικανοποιημένο.

Δεν περίμενα, φυσικά, να ακούσω όλα τα αγαπημένα μου τραγούδια από το συγκρότημα. Έτσι κι αλλιώς, αυτό είναι καθαρά υποκειμενικό, για τον κάθε φίλο τους, ποια θεωρεί τα πιο αγαπημένα του από ένα σχήμα, βέβαια, που έχει και μια αρκετά μεγάλη δισκογραφία.

Δεν νομίζω ότι πια, στις μέρες μας, έχουν απομείνει πολλά συγκροτήματα που να μπορούν να σου δημιουργήσουν συγκίνηση και να τα αισθάνεσαι ότι αποτέλεσαν ένα μεγάλο κομμάτι από το soundtrack της ζωής σου. Για μένα δεν πρέπει να είναι ούτε 10 αυτά που πραγματικά έχω συνδέσει τόσο με τις καλές όσο και με τις άσχημες καταστάσεις στη ζωή μου και δεν αποτέλεσαν απλά τα... b-sides αυτής.

Σίγουρα παίζει το ρόλο του και το πόσο χρόνο έχεις περάσει παρέα με το εκάστοτε συγκρότημα και αυτό σου δημιουργεί, τρόπον τινά, μια οικειότητα μαζί του.

Οι Cure, λοιπόν, έμελλε να είναι ένα από αυτά που με συντρόφευσαν σε μια όχι και τόσο... ομαλή και εύκολη εφηβεία, και η γνωριμία μας τελικά κράτησε για δεκαετίες.

Σαφώς και, λόγω ηλικίας, έχω συνδεθεί ιδιαίτερα με τα πιο παλιά και κλασικά τους τραγούδια, χωρίς να είμαι αφοριστικός στις μετέπειτα κυκλοφορίες τους, αλλά σίγουρα πιο μεγάλη ένταση και συγκίνηση μού προκάλεσαν αυτά τα τραγούδια που επέλεξαν στο setlist τους στη Φιλιππούπολη. Και αναφέρομαι, λόγου χάρη, στα "Play For Today", "A Forest", "The Walk", "Boys Don't Cry", "Fascination Street". Νομίζω σας έβαλα στο πνεύμα.

Οφείλω να πω, πάντως, ότι ακόμη και τα τραγούδια από το νέο τους δίσκο βρήκαν, με πολύ όμορφο τρόπο, τη θέση τους σε αυτό το μπόλιασμα που επιχειρούν επί σκηνής με όλα τα παλαιότερα και σαφώς πιο αγαπημένα τραγούδια τους.

Στο άκουσμά τους, λοιπόν, στο μυαλό μου πέρασε σαν flashback μια περίοδος τουλάχιστον 40 και πλέον χρόνων, με σκηνικά από την εφηβεία και τα πρώτα βήματα στον χώρο της new wave μουσικής, πρώτοι έρωτες που έμειναν ατελέσφοροι, μια εφηβεία που σε πολλούς από εμάς άφησε ουλές που δεν έσβησαν εντελώς και συνεχίζουν, σε κάποια σημεία, να μας ταλανίζουν ακόμη, φίλοι που ήρθαν και έφυγαν, άνθρωποι που δεν είναι πια μαζί μας, ένας κόσμος συνεχώς μεταλλασσόμενος και, τις περισσότερες φορές, προς το χειρότερο, σχέσεις ανθρώπων που ενώθηκαν από αμοιβαία συμφέροντα και όχι από πραγματική αγάπη, παιδικές φιλίες που κράτησαν και άλλες που τις σκόρπισε ο άνεμος, άνθρωποι που μπήκαν στις ζωές μας και τις έκαναν πιο όμορφες ή τις διέλυσαν εντελώς, άνθρωποι που, για λάθος λόγους και ενώ δεν το ήθελες, τους έχασες και αναρωτιέσαι πώς να είναι τώρα, γεννήσεις και θάνατοι αγαπημένων ανθρώπων. 

Τόσα άλλα συναισθήματα μου δημιουργήθηκαν και σκεφτόμουν παράλληλα με τα όσα διαδραματίζονταν επί σκηνής, θυμίζοντας σκηνές και καταστάσεις από τη ζωή μου που είχαν συνδεθεί με τα τραγούδια των Cure. Και επίσης, μου υπενθύμιζαν ότι με αυτούς τους μουσικούς μεγαλώσαμε παράλληλα, ο καθένας με τις μικρές και μεγάλες του στιγμές.

Οι φιγούρες του Robert Smith και του Simon Gallup, ως τα παλαιότερα μέλη, μας το υπενθύμιζαν αυτό με έναν ιδιαίτερο και νοσταλγικό τρόπο, που επέτεινε την ήδη φορτισμένη ατμόσφαιρα.

Αλλά, σαφώς, η ζωή προχωράει και τι πιο όμορφο από το να βλέπεις επί σκηνής έναν πατέρα με το γιο του. Και, βέβαια, αναφέρομαι στον Eden Gallup, που είναι και η πιο πρόσφατη προσθήκη στη σύνθεσή τους.

Άλλη μια ευχάριστη έκπληξη ήταν και η επιστροφή του Simon στα καθήκοντά του στο μπάσο, μετά από μια σύντομη περιπέτεια με την υγεία του, και αυτό συνέβη ακριβώς με την εμφάνισή τους στο PhillGood Festival.

Η συγκλονιστική τους εμφάνιση κράτησε για 135 λεπτά και αποτελούνταν από 17 τραγούδια στην κανονική διάρκεια του set τους και άλλα εννέα για το encore. Μας κράτησε πραγματικά αιωρούμενους μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, που σε στιγμές σε έκανε να αισθανθείς μέχρι και δέος, από το εναρκτήριο "Alone" μέχρι και το αποχαιρετιστήριο "Boys Don't Cry".

Κάλυψαν όσο καλύτερα μπορούσαν τη δισκογραφία τους με τις επιλογές τους και νομίζω ότι άφησαν υπέρ το δέον καλυμμένους τόσο τους πιο παλιούς και πιστούς τους οπαδούς όσο και τους πιο νέους.

Πέρα από όλα αυτά, ένα άλλο ερώτημα που μου ήρθε εντελώς αυθόρμητα μετά το πέρας της συναυλίας, βλέποντας κατά κύριο λόγο τον Robert Smith επί σκηνής, ήταν αν τελικά κάποια συγκροτήματα σαν τους Cure εξακολουθούν να παίζουν καθαρά και μόνο για βιοποριστικούς λόγους ή γιατί αυτό υπάρχει ως μια ανώτερη εσωτερική επιθυμία τους.

Συγχαρητήρια αξίζουν και στη διοργάνωση του PhillGood Festival, που, σε γενικές γραμμές, τα πήγε πολύ καλά, με τις όποιες ατέλειες να είναι κάτι που μπορεί να διορθωθεί στα επόμενα χρόνια που ελπίζουμε να υπάρξει το εν λόγω φεστιβάλ, μιας και να μην ξεχνάμε ότι πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά.

Περισσότερες λεπτομέρειες για τη συναυλία θα διαβάσετε σε επόμενη φάση εδώ στο MixGrill. Εδώ προσπάθησα να κάνω μια περισσότερο προσωπική προσέγγιση, με βάση τα συναισθήματα που μου δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της συναυλίας, και να δώσω μια άλλη διάσταση και οπτική, όχι καθαρά μουσική.

Στην έξοδο συζητούσαμε για όλα αυτά και επίσης για το πόσο άτυχοι είναι όσοι άνθρωποι δεν αγαπάνε με πάθος τη μουσική και απλώς την έχουν ως κάτι συνοδευτικό στις ζωές τους.

Αν ήξεραν τι χάνουν, θα άλλαζαν άρδην άποψη.

Να μην ξεχάσω, βέβαια, να ευχαριστήσω και τους πολυπληθείς φίλους μου από τη Θεσσαλονίκη, που μοιραστήκαμε παρέα την πρώτη αυτή βραδιά του φεστιβάλ, και να πω ότι υπήρχαν πραγματικά εκατοντάδες άνθρωποι που ταξίδεψαν κυρίως από τη Βόρεια Ελλάδα και πολλοί από αυτούς θα παρέμεναν και για τις τρεις ημέρες.

Κουρασμένος, αλλά περιχαρής και γεμάτος στην καρδιά και στην ψυχή μου, και νιώθοντας πάρα πολύ τυχερός και ευλογημένος που επέλεξα την πόλη της Φιλιππούπολης για να τους δω (μια πόλη που την αγαπάω και, σε κάποια χρονιά της ζωής μου, έδειξε ότι με αγαπάει κι αυτή και μου το υπενθύμισε και το βράδυ της Παρασκευής), μπήκα στο πούλμαν της επιστροφής στη Θεσσαλονίκη, χωρίς να με πολυνοιάζει και το μακρόχρονο ταξίδι, μιας και είχα όλες τις ώρες μπροστά μου να επεξεργαστώ αυτήν τη μεγαλειώδη βραδιά.

Υ.Γ. Το συναυλιακό μου καλοκαίρι θα κλείσει στο λόφο της Σάνης, παρακολουθώντας ζωντανά τους Waterboys του Mike Scott. Ο δίσκος τους This Is the Sea είναι ένας από αυτούς που, αν με ρωτούσε κάποιος να του πω δέκα δίσκους που θα έπαιρνα μαζί μου σε ένα ερημικό νησί, θα αποτελούσε, χωρίς δεύτερη σκέψη, έναν από αυτούς. Είναι ένας δίσκος που τον υπεραγαπάω και ανήκει κι αυτός στην κατηγορία που εγώ ονομάζω «δίσκους επιστροφής» και πάντα τον θυμάμαι μέσα στα χρόνια. Είμαι περίεργος, λοιπόν, τι συναισθήματα θα μου προκαλέσει και η εμφάνισή τους επάνω στον λόφο...


Οι φωτογραφίες ανήκουν στον Άκη Καλλόπουλο και στο mixgrill.gr.

Διαβάστε ακόμα